Όταν γεννήθηκε ο φασισμός - Η μέρα που ο Μουσολίνι έφτιαξε την πρώτη δικτατορία της δυτικής Ευρώπης
Η επιβεβαίωση αυτό που όλοι φοβούνταν. Ο φασισμός αποτελούσε πλέον μία επαναστατική δύναμη που είχε υπό την πλήρη κυριότητά της την Ιταλία.
Σαν σήμερα, στις 3 Ιανουαρίου 1925, ο Μπενίτο Μουσολίνι στάθηκε στο βήμα της ιταλικής Βουλής και, με έναν λόγο ωμό, προκλητικό και καθαρά θεατρινίστικο, ανακοίνωσε στην πράξη το τέλος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ιταλία. Δεν επρόκειτο απλώς για μια πολιτική δήλωση. Ήταν η επίσημη γέννηση του φασιστικού καθεστώτος ως απόλυτης εξουσίας.
Με τη συγκεκριμένη ομιλία, ο Ιταλός πρωθυπουργός επιβεβαίωσε τους φόβους πολλών: ο φασισμός δεν ήταν πλέον ένα ακραίο πολιτικό κίνημα, αλλά μια ολοκληρωτική δύναμη που είχε θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό της το κράτος.
Από πράκτορας προπαγάνδας σε δικτάτορας
Ένα από τα πιο ειρωνικά -και λιγότερο γνωστά- κεφάλαια της ανόδου του Μουσολίνι αφορά τη σχέση του με τη MI5. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Μουσολίνι έκανε τα πρώτα του βήματα στην πολιτική και τη δημοσιογραφία, πληρωνόταν από τη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών για να προωθεί, μέσω άρθρων και παρεμβάσεων, τη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.
Τα αρχεία δείχνουν ότι λάμβανε περίπου 100 λίρες την εβδομάδα -σημαντικό ποσό για την εποχή- για να αντικρούει τα αντιπολεμικά κινήματα και να ενισχύει το φιλοπολεμικό κλίμα. Μια δεκαετία αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος είχε μετατραπεί στον απόλυτο άρχοντα της Ιταλίας, επιδιώκοντας να την αναδείξει σε στρατιωτική δύναμη που θα ανταγωνιζόταν ανοιχτά τη Βρετανία στη Μεσόγειο.
Η κρίση που τον οδήγησε στη ρήξη
Ο Μουσολίνι είχε διοριστεί πρωθυπουργός το 1922 από τον βασιλιά Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄, έπειτα από την «Πορεία προς τη Ρώμη». Η επιλογή του βασιλιά και της συντηρητικής ελίτ βασίστηκε σε μια επικίνδυνη αυταπάτη: ότι ο φασίστας ηγέτης θα μπορούσε να ελέγξει τη βία, να σταθεροποιήσει τη χώρα και να προστατεύσει τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Αντί γι’ αυτό, μέσα σε δύο χρόνια:
- περιορίστηκε δραστικά η ελευθερία του Τύπου,
- αποδυναμώθηκε το κοινοβούλιο,
- τέθηκε υπό έλεγχο το εκλογικό σύστημα,
- και πολιτικοί αντίπαλοι στοχοποιήθηκαν ανοιχτά.
Το σημείο καμπής ήρθε το 1924, με τη δολοφονία του σοσιαλιστή βουλευτή Τζάκομο Ματεότι, ο οποίος είχε καταγγείλει δημόσια τη νοθεία και τη βία των φασιστών στις εκλογές. Η δολοφονία του προκάλεσε πολιτικό σεισμό και απείλησε σοβαρά την επιβίωση του καθεστώτος.
Ο λόγος που σφράγισε τη δικτατορία
Αντί να υποχωρήσει, ο Μουσολίνι επέλεξε τη μετωπική σύγκρουση. Στις 3 Ιανουαρίου 1925, μιλώντας στη Βουλή, δήλωσε προκλητικά: «Αν ο φασισμός είναι μια εγκληματική οργάνωση, τότε εγώ είμαι ο αρχηγός αυτής της οργάνωσης. Εγώ και μόνο εγώ».
Και συνέχισε αναλαμβάνοντας «την πολιτική, ηθική και ιστορική ευθύνη» για όσα είχαν συμβεί. Δεν ήταν παραδοχή ενοχής· ήταν επίδειξη ισχύος.
Αμέσως μετά:
- καταργήθηκαν οι ελεύθερες εκλογές,
- διαλύθηκαν τα πολιτικά κόμματα,
- επιβλήθηκε αυστηρός έλεγχος στην κοινωνία,
- και ο Μουσολίνι αυτοανακηρύχθηκε ουσιαστικά απόλυτος ηγέτης.
Η Ιταλία έγινε έτσι η πρώτη δικτατορία της δυτικής Ευρώπης στον Μεσοπόλεμο.
Ακολουθεί μία πολύ ενδιαφέρουσα αποτύπωση της συγκεκριμένης ομιλίας από ντοκιμαντέρ του Sky TV:
Το «πρότυπο» που ενέπνευσε την Ευρώπη του τρόμου
Το καθεστώς του Μουσολίνι δεν έμεινε εντός ιταλικών συνόρων ως πολιτικό φαινόμενο. Αντιθέτως, λειτούργησε ως πρότυπο για άλλα ολοκληρωτικά κινήματα.
Μεταξύ εκείνων που παρακολουθούσαν με θαυμασμό τις εξελίξεις ήταν και ο Αδόλφος Χίτλερ, ο οποίος διέκρινε στον φασισμό το μοντέλο για την αναγέννηση των εθνικών κρατών μέσα από:
- αυταρχική εξουσία,
- καταστολή της αντιπολίτευσης,
- στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας,
- και ιδεολογική «καθαρότητα».
Ένα ιστορικό παράδοξο
Η ιστορία της ανόδου του Μουσολίνι παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς:
- οι μυστικές υπηρεσίες μπορούν να στηρίξουν πρόσωπα που αργότερα εξελίσσονται σε απειλή,
- οι πολιτικές ελίτ μπορούν να υποτιμήσουν τον αυταρχισμό,
- και η δημοκρατία μπορεί να καταλυθεί όχι με πραξικόπημα, αλλά με μια ομιλία.
Και όλα αυτά, σαν σήμερα, πριν από ακριβώς 101 χρόνια.